ΥΠΕΝ: Ο οδικός χάρτης για κλιματικά ουδέτερα κτίρια υψηλής ενεργειακής απόδοσης έως το 2050

139

Η ενεργειακή αναβάθμιση του 15% των ελληνικών κατοικιών, εντός της δεκαετίας 2021-2030, καθώς και η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του κτιριακού αποθέματος μέσω παρεμβάσεων στο κτιριακό κέλυφος, αναμένεται να οδηγήσουν σε περίπου 8 δισ. ευρώ αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και να διατηρήσουν 22.000 νέες θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης σε ετήσια βάση.

Αυτό επισημαίνεται μεταξύ άλλων στην Έκθεση μακροπρόθεσμης στρατηγικής ανακαίνισης του δημόσιου και ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος που ενέκρινε το ΥΠΕΝ και περιλαμβάνει τον οδικό χάρτη για τα κλιματικά ουδέτερα κτίρια υψηλής ενεργειακής απόδοσης έως το έτος 2050.

Σκοπός των μέτρων και των πολιτικών είναι η δραστική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέχρι το 2050 και η επεξεργασία δύο στρατηγικών. Μίας που στοχεύει σε μείωση των εκπομπών, με βάση τον κλιματικό στόχο για περιορισμό της θερμοκρασίας κατά 2°C και μίας για την κλιματική ουδετερότητα που στοχεύει σε μείωση των εκπομπών και την επιδίωξη για περιορισμό της θερμοκρασίας κατά 1,5°C.

Κτιριακός τομέας
Η εξοικονόμηση ενέργειας σε όλους τους τομείς της τελικής κατανάλωσης ενέργειας έχει θεμελιώδη σημασία για την ενεργειακή μετάβαση και την οικονομική αποδοτικότητα.

Για τον κτιριακό τομέα συγκεκριμένα, οι στόχοι βασίζονται στην επιδίωξη το κτιριακό απόθεμα να πλησιάσει το 2050, προδιαγραφές σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας, δηλαδή να αποτελείται από κτίρια με πολύ υψηλή ενεργειακή απόδοση.

Τα σενάρια προς την κλιματική ουδετερότητα προβλέπουν σχεδόν πλήρη αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος μέχρι το 2050 και εφαρμογή αυστηρών ενεργειακών προδιαγραφών για τα νέα κτίρια.

Η πορεία με βάση τα σενάρια της έκθεσης, περιλαμβάνει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους και πολιτικές για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στον κτιριακό τομέα.

Το σύνολο του κτιριακού τομέα το 2030, θα επιτύχει μείωση 8% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015, ενώ η μείωση το 2050 θα είναι ίση με 20%.

Συγκεκριμένα στο σενάριο όπου η προσπάθεια είναι συνεπής με τον κλιματικό στόχο του 1.5°C, ο βαθμός μείωσης διπλασιάζεται, υπερβαίνοντας το 40% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015.

Οικιακός τομέας

Στον οικιακό τομέα, ταυτόχρονα με την μείωση της συνολικής ζήτησης, παρατηρείται μια ραγδαία μεταβολή του ενεργειακού μείγματος σε σχέση με το 2015 σε όλα τα σενάρια.

Ήδη από το 2030, στο Εθνικό Σχέδιο για την ενέργεια, η χρήση πετρελαίου μειώνεται κατά 90% και υποκαθίσταται από το φυσικό αέριο, τις ΑΠΕ και τον ηλεκτρισμό.

Ο εξηλεκτρισμός είναι το κύριο χαρακτηριστικό της αλλαγής του ενεργειακού συστήματος, παράλληλα πάντα με την απανθρακοποίηση της παραγωγής.

Η μετάβαση αυτή στον κτιριακό τομέα οφείλεται στη μεγαλύτερη διείσδυση ηλεκτρικών οικιακών συσκευών στα νοικοκυριά (λευκές συσκευές, Η/Υ κ.α.) αλλά και στη μεγάλη χρήση αντλιών θερμότητας.

Η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας το 2030 θα αυξηθεί κατά 20% σε σχέση με το 2015, παρά τη μείωση της συνολικής ζήτησης, καλύπτοντας το 47% του συνόλου, ενώ το 2050 αντίστοιχα η διείσδυση της ηλεκτρικής ενέργειας θα φτάσει μέχρι και 81% καθώς αυξάνεται σημαντικά η χρήση των αντλιών θερμότητας λόγω του μεγάλου βαθμού απόδοσής τους για την κάλυψη αναγκών θέρμανσης και ψύξης, αλλά και της ανακαίνισης του κελύφους που επιτρέπει τη βέλτιστη χρήση του συστήματος αντλίας.

Ανακαίνιση κελύφους κτιρίων

Οι παρεμβάσεις στο κέλυφος του κτιρίου αποτελούν πρωταρχικό μέτρο ενεργειακής αναβάθμισης.

Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ενεργειακής αναβάθμισης κελύφους θα παραμείνει μεγαλύτερος στα οικιακά κτίρια σε σχέση με τα υπόλοιπα κτίρια σε όλη την περίοδο 2015-2050 και θα παρουσιάσει μεγάλη αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα του 2015 ήδη μέχρι το 2030.

Ιδιαίτερα στο σενάριο, όπου δίνεται έμφαση στην εξοικονόμηση ενέργειας, ο μέσος ετήσιος ρυθμός θα διπλασιαστεί από τον αντίστοιχο του 2015 και φτάνει το 1,6% ετησίως το 2050, με αποτέλεσμα την κατά 46% μέση μείωση της ζήτησης ωφέλιμης ενέργειας.

Η μεγαλύτερη αύξηση του ρυθμού ανακαίνισης κελύφους παρατηρείται στα κτίρια των Υπηρεσιών Υγείας και Εκπαίδευσης όπου διαπιστώνεται ιδιαίτερα μεγάλο ανεκμετάλλευτο δυναμικό για παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας.

Ωστόσο, ο αριθμός των κτιρίων του τομέα των υπηρεσιών είναι κατά πολύ μικρότερος από εκείνον του οικιακού τομέα.

Τεχνικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η αναβάθμιση μόνο του κτιριακού κελύφους μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά στη συνολική εξοικονόμηση ενέργειας του κτιρίου, σε ποσοστά που μπορούν να κυμαίνονται από 25% μέχρι και 75% της συνολικής εξοικονομούμενης ενέργειας από μερική ή ριζική ανακαίνιση του κτιρίου, ανάλογα με την κλιματική ζώνη και τη χρήση του.

Ο σταθερά αυξανόμενος ρυθμός ενεργειακής αναβάθμισης του κελύφους των οικιακών κτιρίων την περίοδο 2030-2050 οδηγεί σε σταδιακή αύξηση του ποσοστού των ανακαινισμένων κτιρίων στο σύνολο του αποθέματος.
Οι πολιτικές και τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας θα επιτύχουν μια διείσδυση επεμβάσεων από 4% το 2015 στο 23% του αποθέματος το 2030 και σε σχεδόν διπλασιασμό αυτού του ποσοστού το 2050.

Οι μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις ανακαίνισης στον οικιακό τομέα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθούν οι στόχοι εξοικονόμησης ενέργειας δεδομένου ότι το ποσοστό νεόδμητων κτιρίων είναι μικρό και σχεδόν σταθερό σε όλη την περίοδο 2015-2050.

Αντίθετα, στον τομέα των υπηρεσιών το ποσοστό των νέων κτιριακών κατασκευών ξεπερνάει το 50% μετά το 2035, περιορίζοντας το δυναμικό για ανακαινίσεις στο σύνολο του κτιριακού αποθέματος.

Το 2015 το σύνολο των νοικοκυριών προχώρησε σχεδόν αποκλειστικά σε ελαφριές ανακαινίσεις (κουφώματα), ενώ στα σενάρια κλιματικής ουδετερότητας αναμένεται ήδη από το 2030 αύξηση του ρυθμού αναβάθμισης μέτριου (κουφώματα, μόνωση κελύφους, στέγη) και ριζικού χαρακτήρα.

Οι ανακαινίσεις με βάση εισοδηματικά κριτήρια

Σε όλες τις εισοδηματικές τάξεις ο μεγαλύτερος ρυθμός ανακαινίσεων θα είναι ελαφρού τύπου, αλλά στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα οι παρεμβάσεις θα είναι μεγαλύτερης έντασης.

Στα χαμηλά εισοδήματα, ο αντίστοιχος ρυθμός μέτριας και ριζικής ανακαίνισης θα παραμείνει ιδιαίτερα χαμηλός, δεδομένου ότι απαιτούνται υψηλές δαπάνες σε εξοπλισμό, οι οποίες καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος και συνεπώς καθιστούν τις παρεμβάσεις αυτές μη προσιτές, χωρίς την παροχή οικονομικών κινήτρων και ελαφρύνσεων. Αντίθετα, τα υψηλά και μεσαία εισοδήματα αναμένεται να έχουν πρόσβαση σε χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού και συνεπώς θα εκτιμηθούν ως περισσότερο συμφέρουσες οι επεμβάσεις μεγαλύτερης έντασης.

Η παροχή επιδοτήσεων με εισοδηματικά κριτήρια για τη χρηματοδότηση ανακαινίσεων μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για την υλοποίηση περισσότερων ριζικών παρεμβάσεων στις κατοικίες νοικοκυριών με χαμηλά εισοδήματα, που κατά κύριο λόγο είναι χαμηλής ενεργειακής τάξης.

Ο ρόλος των συστημάτων θέρμανσης-ψύξης

Σε συνδυασμό με την ανακαίνιση του κελύφους των κτιρίων, η ανακαίνιση των ενεργειακών συστημάτων για θέρμανση χώρου και νερού, και σε μικρότερο βαθμό για ψύξη και μαγείρεμα, είναι σημαντικός παράγοντας επίτευξης των στόχων ενεργειακής εξοικονόμησης.

Ενώ η αναβάθμιση του κτιριακού κελύφους εξασφαλίζει τη μείωση των ενεργειακών αναγκών για θέρμανση και ψύξη, η αναβάθμιση των ενεργειακών συστημάτων συντελεί στην περαιτέρω μείωση της ζήτησης ενέργειας λόγω της αύξησης της αποδοτικότητας του συστήματος, αλλά και στην εξασφάλιση σχεδόν μηδενικών εκπομπών μέσω της χρήσης μορφών ενέργειας μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος.

Με τον συνδυασμό των δύο μορφών παρέμβασης, ο τομέας των κτιρίων μπορεί να συμβάλει στην πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα.

Συγκεκριμένα, η μετατροπή των ενεργειακών συστημάτων θέρμανσης αποτελεί προτεραιότητα στον οικιακό τομέα αφού το 2015 τα συστήματα θέρμανσης κατέλαβαν μερίδιο ίσο με το 61% της τελικής κατανάλωσης.

Με τη χρήση περισσότερο αποδοτικών συστημάτων το μερίδιο αυτό θα μειωθεί το 2030 σε 51% σύμφωνα με το ΕΣΕΚ-2030. Για το 2050, το μερίδιο της κατανάλωσης ενέργειας για θέρμανση θα περιοριστεί φτάνοντας κοντά στο 30% ενώ το απόλυτο μέγεθος των ενεργειακών αναγκών θα μειωθεί πάνω από 60% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015.

Ομοίως θα παρατηρηθεί μεγάλη μείωση στην ενεργειακή κατανάλωση για ζεστό νερό χρήσης, δεδομένων των πιο αποδοτικών συστημάτων που θα χρησιμοποιούνται.

Αυξημένες ενεργειακές ανάγκες σε επίπεδο οικίας

Ταυτόχρονα, η αύξηση του βιοτικού επιπέδου και η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών θα οδηγήσουν σε αύξηση των ενεργειακών αναγκών σε ψύξη σε σχέση με το 2015, παρά τις ενέργειες για αναβάθμιση στο κέλυφος των κτιρίων.

Από το 2030 και ύστερα υπάρχουν ριζικές αλλαγές και στα συστήματα θέρμανσης, με σταδιακή κατάργηση των καυστήρων πετρελαίου δεδομένης της μεγάλης ανθρακικής τους έντασης και της χαμηλής απόδοσής τους.
Προς το 2050, η χρήση πετρελαίου θέρμανσης σε καυστήρες και σόμπες θα αντικατασταθεί από πηγές ενέργειας πολύ χαμηλότερης ανθρακικής έντασης όπως το κλιματικά ουδέτερο συνθετικό αέριο αλλά και τον ηλεκτρισμό που σε όλα τα σενάρια είναι πρακτικά μηδενικών εκπομπών μέχρι το 2050.

Ο ηλεκτρισμός χρησιμοποιείται σε συστήματα αυξημένης αποδοτικότητας όπως οι αντλίες θερμότητας και όχι πλέον σε μεμονωμένα ηλεκτρικά σώματα χαμηλής απόδοσης.

Μετά το 2030, οι αντλίες θερμότητας θα εξυπηρετούν και τις ανάγκες ψύξης των χώρων σε συνδυασμό με τις χαμηλότερης απόδοσης μονάδες κλιματισμού.

Ομοίως, οι ανάγκες για ζεστό νερό χρήσης δεν θα καλύπτονται από ηλεκτρικούς θερμοσίφωνες λόγω της χαμηλής τους απόδοσης, αλλά από σταδιακά αυξανόμενη χρήση ΑΠΕ μέσω ηλιακών θερμοσίφωνων.