Το ανανεώσιμο υδρογόνο προϋπόθεση για την επίτευξη του Green Deal

219
Renewable Hydrogen

Με επιστολή που έστειλαν στους Ευρωπαίους Υπουργούς Ενέργειας στις 8 Δεκεμβρίου, οι ενεργειακοί κολοσσοί της ηπείρου και οι σύνδεσμοί τους, όπως η Enel, η Enercon, η Wind Europe και η Solar Power Europe, ζητούν να τοποθετηθούν οι ανανεώσιμες λύσεις για το υδρογόνο στον πυρήνα των συμπερασμάτων του Συμβουλίου Υδρογόνου που θα υιοθετηθεί μέσα στον μήνα. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι η πιο βιώσιμη λύση για την επίτευξη της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας είναι το υδρογόνο που παράγεται από 100% ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια μέσω της ηλεκτρόλυσης. Μάλιστα, τονίζουν την ανάγκη η Ε.Ε. να προσανατολίσει όλους τους πόρους και την πολιτική βούληση ώστε να καταστήσει το υδρογόνο με βάση τις ανανεώσιμες πηγές ανταγωνιστικό σε σχέση με τις συμβατικές λύσεις υδρογόνου πριν το 2030.

Υπενθυμίζοντας ότι με σαφή στρατηγική η Ε.Ε κατόρθωσε σε λιγότερο από μια δεκαετία να κάνει την αιολική και την ηλιακή ενέργεια τις πιο ανταγωνιστικές πηγές σε σχέση με το κόστος, σημειώνουν σχετικά με το ανανεώσιμο υδρογόνο πως «για να επαναληθφεί αυτή η επιτυχία και στο ανανεώσιμο υδρογόνο, οι υπογράφοντες παροτρύνουν τα κράτη-μέλη να δεσμευτούν σε ένα φιλόδοξο ρυθμιστικό πλαίσιο. Αυτό που θα επιτυγχάνει την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, θα αυξάνει την παραγωγή ηλεκτρολυτών κατασκευασμένων στην Ευρώπη και θα υποστηρίζει τεχνολογικές ανακαλύψεις, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα των ανανεώσιμων λύσεων υδρογόνου».

Σύμφωνα με την επιστολή, τρία είναι τα σημεία-κλειδιά για την επανάσταση του βιώσιμου υδρογόνου. Πρώτον, η άμεση ηλεκτροδότηση και η περαιτέρω απορρόφηση ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας ως το 2030, αφού η Ε.Ε. θα έχει πρωτίστως ενσωματώσει στον αναθεωρημένο στόχο για τις Α.Π.Ε. ως το 2030 τις ανάγκες που σχετίζονται με τις ανανεώσιμες για την παραγωγή υδρογόνου. Με αυτόν τον τρόπο, η Ευρώπη θα εξασφαλίσει να είναι σε θέση να επωφεληθεί από την άμεση ηλεκτροδότηση, η οποία σήμερα είναι η πιο ανταγωνιστική απάντηση στον άνθρακα για την πλειψοηφία των ενεργειακών χρήσεων.

Δεύτερο σημείο είναι η καινοτομία, καθώς η Ευρώπη θα πρέπει να αυξήσει σημαντικά την αποδοτικότητα και την ανταγωνιστικότητα των τεχνολογιών της ηλεκτρόλυσης. Για να επιτευχθεί αυτό, δεν υπάρχει χρόνος για σπατάλη σε μεταβατικές επενδύσεις. Η ΕΕ πρέπει να διοχετεύσει τα διαθέσιμα κεφάλαια, από το πρόγραμμα “Recovery and Resilience Facility”, το πρόγραμμα «Horrizon 2020» και «EU Green Deal» προς αντίστοιχες τεχνολογίες μελλοντικής απόδειξης. Με τον τρόπο αυτό θα μειωθεί η εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα και θα επιταχυνθεί η ανταγωνιστικότητα των ανανεώσιμων λύσεων υδρογόνου ακόμη και πριν από το 2030. Και τρίτον, είναι καθοριστική η εγκατάσταση της σωστής υποδομής ηλεκτρικής ενέργειας και υδρογόνου. Η Ευρώπη πρέπει να δώσει προτεραιότητα στον ταχύτερο εκσυγχρονισμό των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και να εξορθολογίσει τις επενδύσεις σε υποδομή υδρογόνου με πρωταρχική εστίαση στην τοπική παραγωγή και στη χρήση υδρογόνου με ανανεώσιμες πηγές, ειδικές ανάγκες από «δύσκολους» τομείς. Τέλος, οι εταιρείες και οι σύνδεσμοί τους, υπογραμμίζουν πως η σαφής προτεραιοποίηση προς τις λύσεις των ανανεώσιμων πηγών υδρογόνου είναι προαπαιτούμενο για την παροχή επενδυτικής ασφάλειας και για το ξεκλείδωμα σημαντικών επενδύσεων που απαιτούνται ως το 2030. Με τις κατάλληλες επιλογές και τοποθετώντας τις ανανεώσιμες πηγές στον πυρήνα του μελλοντικού ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης, η Ευρώπη μπορεί να ηγηθεί του παγκόσμιου ενεργειακού μετασχηματισμού και να γίνει πρωτοπόρος στο ανανεώσιμο υδρογόνο.