Το 66,5% της ενέργειας στην Ελλάδα προέρχεται από πετρέλαιο, φυσικό αέριο και γαιάνθρακες

34

Η Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα. Το 85% της ακαθάριστης διαθέσιμης ενέργειας προέρχεται από πετρέλαιο, φυσικό αέριο και γαιάνθρακες (κυρίως λιγνίτη). Επίσης, το 66,5% της ενέργειας που προσφέρεται στη χώρα είναι από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, το οποίο καλύπτει χρήσεις σε μεταφορές και παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος.

Τα παραπάνω ανακοινώθηκαν από τη δρ. Φαίη Μακαντάση, επικεφαλής ερευνών διαΝΕΟσις, στη διάρκεια εκδήλωσης που οργάνωσε στη Θεσσαλονίκη η Διεύθυνση Μακεδονίας – Θράκης του Αθηναϊκού Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, στο πλαίσιο της 85ης ΔΕΘ. Την εκτενή χαρτογράφηση ανέλαβε για λογαριασμό της διαΝΕΟσις ερευνητική ομάδα του ΙΟΒΕ υπό τον συντονισμό του καθηγητή Νίκου Βέττα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η συμβολή του τομέα της ενέργειας στην ελληνική οικονομία εκτιμάται σε 6 δισ. ευρώ σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, ή 3,8% του ΑΕΠ, περίπου 50.000 άτομα απασχολούνται σε αυτόν, ενώ ο τομέας της ενέργειας είχε συγκρατημένες απώλειες στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Επίσης, το πετρέλαιο και τα προϊόντα μεταποίησής του αποτελούν το κύριο μέρος του διεθνούς εμπορίου αγαθών της χώρας. Το 27% των εισαγωγών προϊόντων της χώρας είναι ενεργειακά προϊόντα, κυρίως αργό πετρέλαιο, που εξαγάγεται αφού επεξεργαστεί στα ελληνικά διυλιστήρια, ενώ περίπου το 1/3 των εξαγωγών προϊόντων είναι ενεργειακά προϊόντα. Γενικά, η αξία των ενεργειακών προϊόντων που εισάγουμε είναι μεγαλύτερη από αυτών που εξάγουμε (15 δισ. ευρώ έναντι 10,6 δισ. το 2019).

Ταυτόχρονα, τα φορολογικά έσοδα από την ενέργεια στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου και στις πρώτες θέσεις της ΕΕ, όχι μόνο ως ποσοστό ως προς το ΑΕΠ, αλλά και ως μερίδιο στα συνολικά φορολογικά έσοδα (7,4% των συνολικών φορολογικών εσόδων, έναντι 4,7% του μ.ο. της ΕΕ). «Ενδιαφέρον έχει κανείς να δει πως από την τελική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης που πληρώνει ο καταναλωτής, περίπου 1,65 ευρώ/λίτρο, τα 0,7 ευρώ πηγαίνουν στο κράτος ως έσοδα από ειδικούς φόρους κατανάλωσης στην ενέργεια», ανέφερε η κ. Μακαντάση.

Αναμενόμενο είναι ότι και ο τομέας της μεταποίησης στην Ελλάδα έχει αυξημένη εξάρτηση από την ενέργεια. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των δαπανών ενέργειας (ως προς το σύνολο των δαπανών τους) για τις μεταποιητικές επιχειρήσεις στη χώρα (5,4%) είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης και ξεπερνά – κατά πολύ μάλιστα – το ίδιο ποσοστό σε άλλες χώρες, είτε αυτές είναι βιομηχανικά ανεπτυγμένες (Γερμανία και Γαλλία), είτε όχι (Βουλγαρία και Ρουμανία).

Στο μεταξύ, σε παγκόσμιο επίπεδο, το κόστος όλων των μορφών ενέργειας το 2021 σημειώνει δραματικές αυξήσεις, μετά από ένα έτος που λόγω της πανδημίας είχε καταγράψει ιστορικά χαμηλά. Ειδικά η πορεία των τιμών του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων εκπομπών συνιστούν σημαντική πίεση στο κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος, με την τιμή της χονδρικής στην Ελλάδα να αυξάνεται κατά 119% κατά τους πρώτους 8 μήνες. Σύμφωνα με την έρευνα, περίπου 2 στα 10 νοικοκυριά της Ελλάδας δηλώνουν αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας τους, ενώ 3 στα 10 έχουν ανεξόφλητους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.

Τέλος, η μελέτη καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής με μια προτεραιότητα σε 5 άξονες: εξοικονόμηση ενέργειας, αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενεργειακές υποδομές και ηλεκτρικό δίκτυο, δίκαιη μετάβαση και κοινωνική προστασία.

πηγή: naftemporiki.gr