Σωκράτης Φάμελλος: Οι πολιτικές της κυβέρνησης έχουν αρνητικά αποτελέσματα για τη βιοποικιλότητα και τις ΑΠΕ

136

Κλίμα και βιοποικιλότητα, κοινά προβλήματα – κοινές λύσεις

Η πολιτική για το κλίμα και η πολιτική για τη βιοποικιλότητα δεν είναι δύο διαφορετικές τομεακές πολιτικές. Η κλιματική κρίση και η κρίση οικοσυστημάτων – βιοποικιλότητας είναι αλληλοσυνδεόμενες, αλληλοτροφοδοτούνται και μας οδηγούν σε ένα σπιράλ καθόδου, δημιουργώντας μια παγκόσμια κρίση που αμφισβητεί το μέλλον.

Από την άλλη οι πολιτικές για το κλίμα στηρίζουν τα οικοσυστήματα και οι πολιτικές για τη βιοποικιλότητα είναι ταυτόχρονα και δράσεις μετριασμού (μείωσης εκπομπών) και προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Η Ελλάδα στο δρόμο της κλιματικής ουδετερότητας

Η επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας (μηδενικές καθαρές εκπομπές) παγκόσμια και στην Ελλάδα το συντομότερο δυνατό είναι αναγκαιότητα. Η Ελλάδα στήριξε το στόχο της κλιματικής ουδετερότητας ήδη από τον Ιούνιο του 2019, με τις δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στο Ευρ. Συμβούλιο.

Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στηρίζει προγραμματικά την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας στην Ελλάδα το αργότερο έως το 2045, στόχο που θεωρούμε εφικτό.

Ωστόσο, διακρίνουμε ότι υπάρχει καθυστέρηση στην διατύπωση εθνικού κλιματικού νόμου, παρά τις εξαγγελίες Μητσοτάκη για το αντίθετο, με αποτέλεσμα να μην έχουμε τη σύνδεση διοικητικών, ρυθμιστικών και οικονομικών εργαλείων με κλιματικούς στόχους.

Η χώρα μας οφείλει επίσης να αναθεωρήσει άμεσα τη Μακροχρόνια Στρατηγική της έως το 2050, και το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), για να ανταποκρίνονται στους νέους, πιο φιλόδοξους ευρωπαϊκούς στόχους για το 2030 (Fit for 55) και στο στόχο της κλιματικής ουδετερότητας.

Οφείλουμε να στοχεύσουμε σε πλήρη αντικατάσταση όλων των ορυκτών καυσίμων στο ενεργειακό μίγμα της χώρας και σε ταχύτατη απανθρακοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής, με αντικατάσταση όλων των ορυκτών καυσίμων (λιγνίτη, φυσικού αερίου, πετρελαίου) με Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Και στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή που γίνεται από την κυβέρνηση για αντικατάσταση των λιγνιτικών μονάδων, με ιδιωτικές μονάδες φυσικού αερίου, επίσης ορυκτού καυσίμου, είναι λανθασμένη, καθώς οι μονάδες αυτές θα θέλουν περισσότερο χρόνο να αποσβεστούν μέχρι να αποσυρθούν. Ήδη βλέπουμε εξάλλου, στο πλαίσιο της σημερινής ενεργειακής κρίσης και της αύξησης των τιμών φυσικού αερίου, την αστοχία μιας τέτοιας επιλογής.

Η προοπτική των ΑΠΕ και της πράσινης ενέργειας

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελούν μονόδρομο, και έως το 2030, η σημερινή εγκατεστημένη ισχύς στη χώρα μας πρέπει να διπλασιαστεί. Υπάρχει όμως μια διάχυτη κοινωνική αντίδραση για τις ΑΠΕ, δημοσιεύματα και κοινωνική αίσθηση ότι είναι ήδη μεγάλη η διείσδυσή τους. Και όμως πρέπει να κάνουμε σοβαρά βήματα για τους φιλόδοξους στόχους της ΕΕ, που δεν είναι ιδεοληψία αλλά στόχοι επιβίωσης της ανθρώπινης κοινότητας.

Η ανάπτυξη των ΑΠΕ απαιτεί ένα νέο χωροταξικό σχεδιασμό και νέο πλαίσιο για την αποθήκευση που έχει καθυστερήσει πάρα πολύ, που εξαγγέλλονται διαρκώς αλλά δεν προχωρούν.

Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ του 2008 είναι τεχνολογικά και περιβαλλοντικά ξεπερασμένο, και για το λόγο αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε τις διαδικασίες για την αναθεώρησή του το Φεβρουάριο του 2019, με προδιαγραφές για προστασία της βιοποικιλότητας, του τοπίου, των οικοσυστημάτων, και ειδική αντιμετώπιση για ευαίσθητους χώρους όπως τα νησιά.

Η ΝΔ επέλεξε να παγώσει τη διαδικασία αναθεώρησης για πάνω από ενάμιση χρόνο και τώρα επανεξαγγέλει την εκπόνησή του.

Υπερθέρμανση των ΑΠΕ και αδιέξοδα

Τα αδιέξοδα στη μετάβαση στις ΑΠΕ πολλαπλασιάστηκαν γιατί η ΝΔ με το Ν.4685/2020, επιδίωξε μία τάχατες απλοποίηση της αδειοδοτικής διαδικασίας των ΑΠΕ ως προς την έκδοση των αδειών παραγωγής, και ως προς την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το αποτέλεσμα ήταν να κατατεθεί τσουνάμι αιτήσεων.

Η αγορά ξεκίνησε να μιλά για υπερθέρμανση, για αεριτζήδες που είδαν φως και μπήκαν. Οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών αλλά της αυτοδιοίκησης πολλαπλασιάστηκαν δραματικά και όσον αφορά στις ανεμογεννήτριες, και όσον αφορά στα φωτοβολταϊκά. Πολλαπλασιάστηκαν επίσης οι ανησυχίες για τις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης, αλλά και οι καταγγελίες για κατάτμηση έργων σε μικρότερα.

Η ΝΔ υπαναχώρησε από τις απλοποιητικές διατάξεις του Ν. 4685, εισάγοντας εκ των υστέρων εγγυητική επιστολή για τα έργα που έχουν πάρει έκτοτε βεβαίωση παραγωγού. Αυτό όμως δεν είναι ένδειξη σχεδιασμού, αλλά αποτελεί σαφή ομολογία αποτυχίας του Ν. 4685.

Ακόμα και ο Πρόεδρος της ΡΑΕ σε συνέντευξη τύπου αυτή την εβδομάδα δήλωσε ότι οι ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών είναι δικαιολογημένες και οφείλονται στο μοντέλο που επέλεξε να ακολουθήσει η πολιτεία για την αδειοδότηση, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να γεμίσει η χώρα με άδειες για αιολικά και φωτοβολταϊκά και ότι πρέπει να προχωρήσουμε με το νέο ΕΧΠ.
Η ένταση που τροφοδότησε η κυβέρνηση σε όλη την Ελλάδα για τις χωροθετήσεις ΑΠΕ ακυρώνει τη σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που απαιτείται για τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια.

Οπισθοχώρηση και στην προστασία της βιοποικιλότητας

Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουμε και με το έργο των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και Σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων για τις περιοχές Natura 2000, ύψους 17,5 εκατ. ευρώ, το οποίο ξεκίνησε επί ΣΥΡΙΖΑ, και πάγωσε επίσης λόγω του Ν. 4685. Ενώ ο τ. Υφυπουργός Χωροταξίας δήλωνε στη Βουλή ότι τον Ιούνιο του 2020, έστω με καθυστέρηση, θα είχε ολοκληρωθεί το 50% του έργου, αυτό δεν έχει συμβεί.

Η καθυστέρηση σημαίνει ότι δεν υπάρχει σαφήνεια στις χρήσεις γης στις προστατευόμενες περιοχές, και ότι δεν έχουμε ασφάλεια δικαίου για επενδύσεις. Από την άλλη αφήνονται ανοικτά παράθυρα για κατάτμηση του πλαισίου προστασίας. Το είδαμε με το περίφημο άρθρο 218 του Ν. 4782 του κ. Γεωργιάδη, που προβλέπει υποπεριοχές εντός των περιοχών Natura για «ήπιες αναπτυξιακές δραστηριότητες», που όλοι καταλαβαίνουμε ότι αποτελεί σχέδιο παράκαμψης των όρων προστασίας της βιοποικιλότητας. Την ίδια πρακτική εις βάρος του περιβάλλοντος βλέπουμε και στο πρόσφατο νομοσχέδιο για τον αιγιαλό που βγήκε σε διαβούλευση.

Χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία χωροταξικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού, και με τη φωτογραφική νομοθέτηση που γίνεται τα τελευταία 2 χρόνια, η Ελλάδα οπισθοχωρεί από την ευρωπαϊκή κανονικότητα σε ό,τι αφορά την προστασία της βιοποικιλότητας, την ασφάλεια δικαίου για τις επενδύσεις και την προσπάθεια να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ κοινωνίας, οικονομίας και περιβάλλοντος. Αυτή η υστέρηση της χώρας δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα στις επενδύσεις των ΑΠΕ και άρα στη μετάβαση της Ελλάδας στην πράσινη ενέργεια.

Ομοίως η καθυστέρηση στο Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό θα δημιουργήσει ζητήματα με την ανάπτυξη θαλάσσιων ΑΠΕ, που πρέπει να γίνουν με τα σωστά περιβαλλοντικά κριτήρια και σαφή χωροθέτηση σε σχέση και με τις ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος και σε σχέση με τις υπόλοιπες θαλάσσιες δραστηριότητες. Σημειώνουμε ότι καθυστερεί η νομοθέτηση και για την τεχνολογία των off shore αιολικών πάρκων.

Ολιγοπώλιο ενέργειας ή πλουραλισμός και αποκέντρωση παραγωγής

Τα τελευταία 2 χρόνια έχουμε και το πάγωμα των ενεργειακών κοινοτήτων. Μια ευκαιρία να συμμετέχουν οι τοπικές κοινωνίες, η τοπική επιχειρηματικότητα στην παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, να αποφασίσουν οι ίδιοι οι πολίτες που θα χωροθετήσουν τα έργα τους.

Η Ενεργειακή δημοκρατία αποτελεί βασικό μοχλό της πράσινης μετάβασης. Η κυβέρνηση όμως ενθαρρύνει τα ολιγοπώλια, με τραγικές επιπτώσεις στην τιμή ενέργειας και δεν προωθεί τον πλουραλισμό στην παραγωγή ενέργειας και την αποκέντρωση της παραγωγής.

Όλες αυτές οι αντιφάσεις δηλώσεων και πράξεων και οι καθυστερήσεις δείχνουν ότι η χώρα μας δεν βρίσκεται στο σωστό δρόμο μιας δίκαιης πράσινης μετάβασης και αξιοποίησης της πράσινης ευκαιρίας. Μόνο στις εξυπηρετήσεις και στην ιδιωτικοποίηση αριστεύει η κυβέρνηση.

Πρόταση ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ έχει δεσμευθεί για μία πράσινη μετάβαση η οποία θα γίνει με όλη την κοινωνία και για όλη την κοινωνία, με κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία.

Στο πρόγραμμά μας στοχεύουμε τουλάχιστον το 50% των αδειών ΑΠΕ να δίνεται σε ενεργειακές κοινότητες να κατανέμεται δεσμευτικά σε ενεργειακές κοινότητες, νοικοκυριά, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αγρότες για αυτοπαραγωγή, προκειμένου να υπάρχει τοπική συμμετοχή, όφελος και συμφωνία στις χωροθετήσεις.

Θεωρούμε ότι η Πολιτεία οφείλει να είναι επικεφαλής της πράσινης μετάβασης και όχι θεατής – βλέπουμε ήδη ότι οι δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν να επιλύσουν τα ζητήματα, ούτε να εξασφαλίσουν δικαιοσύνη στη μετάβαση. Μην κάνουμε τα ίδια λάθη, όπως με την πανδημία.

Η μετάβαση στην εποχή της κλιματικής ουδετερότητας δεν μπορεί να πετύχει για λίγες εταιρείες και με αδύναμο κράτος. Πρέπει να πετύχει για όλους και όλες.

Πηγή: ieidiseis.gr